Σελίδες

Δευτέρα, 22 Οκτωβρίου 2012

3. Οι προσωπικές αντωνυμίες στο Σαμιακό Ιδίωμα

Ανοίξτε το ηχητικό αρχείο που ακολουθεί (πιέζοντας το αριστερό πλήκτρο του ποντικιού πάνω στο βέλος) ώστε να ακούτε και προφορικά την ανάρτηση "Οι προσωπικές αντωνυμίες στο ΣαμΙ" ενώ την διαβάζετε.


video
Ηχητικό αρχείο

Οι τύποι των προσωπικών αντωνυμιών του ΣαμΙ σε όλα τα γένη και τις πτώσεις δίνονται στους πίνακες που ακολουθούν:
Οι προσωπικές αντωνυμίες του ΣαμΙ
Α΄ πρόσωπο – Ενικός αριθμός
Πτώσεις
Δυνατοί τύποι
Αδύνατοι τύποι
Παραδείγματα
Ονομαστι­κή
ηγώ, γώ
Ηγώ τ’ μίλι’σα (Εγώ του μίλησα), Ξέρου γώ! (Ξέρω εγώ!)
Γενική1)
ημένα, μένα
μου, μ’, ημ
Ημένα, όμους, δε μού ‘πη τίπουτα! (Εμένα, όμως, δεν μου είπε τίποτα!). Μένα τα λες αυτά; (Εμένα τα λες αυτά;). Μού ’δουσης (Μου έδωσες). Μ’ αρέσ’νη τα φρούτα (Μου αρέσουν τα φρούτα).
Αιτιατική
ημένα, μένα
μη
Μή gι’τάζ’ς ημένα! (Μην κοιτάς εμένα!). Μένα γιά σένα γιυρεύ’νη; (Εμένα ή εσένα γυρεύουν;). Μη φώναξης; (Με φώναξες;) Πάρη μη! (Πάρε με!)
Κλητική

Α΄ πρόσωπο – Πληθυντικός αριθμός
Πτώσεις
Δυνατοί τύποι
Αδύνατοι τύποι
Παραδείγματα
Ονομαστι­κή
ημείς, μεις
Ημείς θα του κάμουμη! (Εμείς θα το κάνουμε!). Μείς τού ’παμη. (Εμείς το είπαμε).
Γενική
ημάς
μας
Ημάς μας είπη «καλι’μέρα» (Εμάς μας είπε «καλημέρα»).
Αιτιατική
ημάς
μας
Ημάς θέλι’ς; (Εμάς θέλεις;). Τί μας θέλι’ς; (Τι μας θέλεις;).
Κλητική


Β΄ πρόσωπο – Ενικός αριθμός
Πτώσεις
Δυνατοί τύποι
Αδύνατοι τύποι
Παραδείγματα
Ονομαστι­κή
ησύ, συ
Ησύ δε μ’λάς; (Εσύ δεν μιλάς;). Σύ δεν έρχιηση; (Εσύ δεν έρχεσαι;)
Γενική2)
ησένα, σένα
σου, σ’
Ησένα, όμους, δε σού ‘πη τίπουτα! (Εσένα, όμως, δεν σου είπε τίποτα!). Σένα τα λεει αυτά; (Εσένα τα λεει αυτά;). Σού ’δουση (Σου έδωσε). Σ’ αρέσ’νη τα φρούτα; (Σου αρέσουν τα φρούτα;).
Αιτιατική
ησένα, σένα
ση
Δε βλέπ’ ησένα; (Δεν βλέπει εσένα;). Μένα γιά σένα γιυρεύ’νη; (Εμένα ή εσένα γυρεύουν;) Ση φώναξη; (Σε φώναξε;)
Κλητική
ησύ!, συ!
Ησύ, έλα δω! (Εσύ, έλα εδώ!), Σώπα, σύ! (Σώπα εσύ!), Βρε, σύ! (κλητικό επιφώνημα)

Β΄ πρόσωπο – Πληθυντικός αριθμός
Πτώσεις
Δυνατοί τύποι
Αδύνατοι τύποι
Παραδείγματα
Ονομαστι­κή
ησείς, σεις
Ησείς θα του κάμ’τη! (Εσείς θα το κάνετε!). Σείς να τού κάμ’τη. (Εσείς να το κάνετε).
Γενική
ησάς
σας
Ησάς σας είπη έτσ’;» (Εσάς σας είπε έτσι;)
Αιτιατική
ησάς
σας
Ησάς θέλι’; (Εσάς θέλει;), Τί σας θέλι’; (Τι σας θέλει;)
Κλητική
ησείς!, σεις!
Ησείς, φύγιητη! (Εσείς, φύγετε!), Βρε, σείς! (κλητικό επιφώνημα)


Γ΄ πρόσωπο – Ενικός αριθμός – Αρσενικό/θηλυκό/ουδέτερο
Πτώσεις
Δυνατοί τύποι
Αδύνατοι τύποι
Παραδείγματα
Ονομαστι­κή
αυτός


αυτήνι


αυτό
τους, dους


τ’, τηνι
d’, dηνι

του,
dου
Νά τους! (Νά τος!). Πού ’dους; (Πού ’ν’ τος;)

Νά τ’, Νά τηνι! (Νά τη!). Πού ’
dηνι; (Πού ’ν’ τη;)

Νά του! (Νά το!). Πού ’dου; (Πού ’ν’ το;)
Γενική3) 4) 5)
αυτνού,
αφνού








αυτνιής
αφνιής






αυτνού, αφνού
του, dου,
τ’, d’








τση, τζη
τς, , τζ







του
, dου
τ’, d’
Αυτ’νού, όμους, τού ’πη τί να κάνι’! (Αυτού, όμως, του είπε τι να κάνει!) Τ’ άφ’σα τα ληφτά, αλλά δε d’ άφ’σα ούλα! (Του άφησα τα χρήματα αλλά δεν τα άφησα όλα!) Δέ dού ’δουσα τίπουτα (Δεν του έδωσα τίποτα). d’ βάζ’ς ιδέης (του βάζεις ιδέες).

Τση στρα
bούλι’ξη του χιερ’ (της στραμπούληξε το χέρι). Τς άδειαση του σπίτ’ (Της άδειασε το σπίτι). Τς μέρουση του πηδί (της ηρέμησε το παιδί). Τζ γιυάλι’ση του μάτ’ (της γυάλισε το μάτι)

Αυτ’νού τ’ σπιτχιού (αυτού του σπιτιού). Τού ’πη τ’ πηδιού να σουπάσ’ (Του είπε του παιδιού να σωπάσει). Του πηδί χόλιιαση! Πάρ’ τ’ ένα πηχνιίδ’! (Το παιδί στενοχωρήθηκε! Πάρε του ένα παιχνίδι!). Δέ
dού ’βαλα να φάει (Δεν του έβαλα να φάει) Μή d’ άφήσ’ς τίπουτα (Μην του αφήσεις τίποτε).
Αιτιατική
αυτόνη






αυτήνι






αυτό
τουν, τουνη
dουν, dουνη




τνη, dνη,
τν,
dν,
τήνι,
dήνι




το, dο,
του,
dου,
τ’,
d
Αυτόνη λες; Π’ τουνη κάναμη χάζ’; (Αυτόν λές; Που τον κάναμε χάζι;) Τουν είδα χτές! (Τον είδα χθες!). Δέ dουν είδα (Δεν τον είδα!)

Αυτήνι λες; Π’ τνη πειράζαμη; (Αυτήν λές; Που την πειράζαμε;), Τν είδα, αλλά δέ
dν άκ’σα! (Την είδα αλλά δεν την άκουσα!), Φέρ’ τηνι σαδώ! (Φέρε την προς τα εδώ!)

Τό ’ρ’ξη του κανόνι
(Έμεινε στην ίδια τάξη) Δέ
dό ’χου! τό ’δουσα! (Δεν το έχω! το έδωσα!), του νιοίκιασα (το νοίκιασα), Φέρ’ του (Φέρε το), Δέ d’ άνι’ξα του παράθυρου (Δεν το άνοιξα το παράθυρο) Μή dου ξαναδώ! (Μην το ξαναδώ!)
Κλητική

Γ΄ πρόσωπο – Πληθυντικός αριθμός – Αρσενικό/θηλυκό/ουδέτερο
Πτώσεις
Δυνατοί τύποι
Αδύνατοι τύποι
Παραδείγματα
Ονομαστι­κή
αυτοίνι




αυτές



αυτά

τ’, d




της,
dης



τα,
dα

Νόμ’ζης πους δέ θά ’ρθ’νη αυτοίνι’; Νά τ’! (Νόμιζες πως δεν θά ’ρθουν αυτοί; Νά τοι!). Πού ’d’; (Πού ’ν’ τοι;)

Ήρθανη κι αυτές! Νά της! (Ήρθαν κι αυτές! Νά τες!),
Πού ’
dης; (Πού ’ν’ τες;)

Αυτά μας λ
ιείπανη! Νά τα! (Αυτά μας έλειπαν! Νά τα!), Πού ’dα; (Πού ’ν’ τα;)
Γενική
(ίδια και στα τρία γένη)
αυτ’νούνης,
αφ’νούνης

τσου, τζου,
τς, τζ
Αυτ’νούνης τα πηδγιά είνη μ’κρά (Αυτωνών τα παιδιά είναι μικρά). Τσού ’πα πουλλά, αλλά δέ τζού ’βαλα μνυαλό (Τους είπα πολλά, αλλά δεν τους έβαλα μυαλό). Τς τού ’πα· αλλά δέ μ’ ακούσανη (Τους το είπα· αλλά δεν με άκουσαν). Τζ bήκη μνια ιδέα κιη του κάνανη αυτό (Τους μπήκε μια ιδέα και το έκαναν αυτό)
Αιτιατική
αυτ’νούς
αφνούς









αυτές







αυτά
τσου, τζου,
τς, τζ








τσι, τζι,
τς, τζ






τα, dα,
τ’,
d
Τσού ’βαλα πρώτ’ (Τους έβαλα πρώτους), Τς άσπρισα ούλι’ τς τοίχι(τους άσπρισα όλους τους τοίχους), Δέ τζού ’βαλα τηληυταίοι (Δεν τους έβαλα τελευταίους). Πάρ’ τς ούλι (Πάρε τους όλους), Τζ bαγλαρώσανη ούλι (Τους συνέλαβαν όλους)

Αυτές τσι βρήκης; (Αυτές τις βρήκες;), Έψαξα, αλλά δέ τζι βρήκα! (Έψαξα, αλλά δεν τις βρήκα!) Ούλης τς φώναξα (Όλες τις φώναξα), Τζ βαρέθ’κα ούλης (Τις βαρέθηκα όλες!)

Αυτά όμους είνη ψηυτιές· ηγώ πάν
dους δέ dα π’στεύου. (Αυτά όμως είναι ψευτιές· εγώ, πάντως, δεν τα πιστεύω!). Τ’ άρπαξη ούλα τα ληφτά (Τα άρπαξε όλα τα λεφτά). Δέ d’ άφ’ση ηκεί π’ τα βρήκη (Δεν τα άφησε εκεί που τα βρήκε).
Κλητική


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1)   Ο αδύνατος τύπος «μου» της γενικής ενικού του Α΄ προσώπου χρησιμοποιείται πάντοτε πριν από το ρήμα και μάλιστα όταν λόγω αφαίρεσης του τονισμένου αρχικού φωνήεντος του ρήματος ο τόνος μεταφέρεται στο «μού»: μού ’φηρη (μου έφερε), μού ’πη (μου είπε), μού ’νη (μου είναι). Στις άλλες περιπτώσεις πριν από το ρήμα χρησιμοποιείται ο τύπος «μ’»: μ’ φέρνι’ς; (μου φέρνεις), μ’ λές; (μου λες;), μ’ πήρη (μου πήρε). Μετά από το ρήμα, όταν αυτό τελειώνει σε φωνήεν, χρησιμοποιείται ο αδύνατος τύπος «μ’»: φέρη μ’ (φέρε μου), πέ μ’! (πες μου!), δώστη μ’ (δώστε μου), πείτη μ’ (πείτε μου), ενώ όταν αυτό τελειώνει σε σύμφωνο χρησιμοποιείται ο αδύνατος τύπος «ημ’»: πές ημ’ (πές μου), βρές ημ’ (βρές μου).

Οι αδύνατοι τύποι «μ’» και «ημ’» χρησιμοποιούνται και ως κτητικές αντωνυμίες μετά από ονόματα ή αντωνυμίες, ο πρώτος όταν ο τύπος της λέξης που προηγείται λήγει σε φωνήεν, ενώ ο δεύτερος όταν ο τύπος της λέξης που προηγείται λήγει σε σύμφωνο: η μάνα μ’ (η μάνα μου), τς μάνας ημ’ (της μάνας μου), τ’ μάνα μ’ (τη μάνα μου), ου πατέρας ημ’ (ο πατέρας μου), τ’ πατέρα μ’ (του πατέρα μου), του bατέρα μ’ (τον πατέρα μου), του πηδί μ’ (το παιδί μου), τ’ πηδγιού μ’ (του παιδιού μου), τα πηδγιά μ’ (τα παιδιά μου), τς πηδγιούνης ημ’ (των παιδιών μου).


2)   Ο αδύνατος τύπου «σου» της γενικής ενικού του Β΄ προσώπου χρησιμοποιείται πάντοτε πριν από το ρήμα και μάλιστα όταν λόγω αφαίρεσης του τονισμένου αρχικού φωνήεντος του ρήματος ο τόνος μεταφέρεται στο «σού»: σού ’φηρη (σου έφερε), σού ’πη (σου είπε), σού ’νη (σου είναι). Στις άλλες περιπτώσεις πριν από το ρήμα χρησιμοποιείται ο τύπος «σ’»: σ’ φέρνου (σου φέρνω), σ’ λέου (σου λεω), σ’ πήρα (σου πήρα).

Ο αδύνατος τύπος «σ’» χρησιμοποιείται και ως κτητική αντωνυμία μετά από ονόματα ή αντωνυμίες: η μάνα σ’ (η μάνα σου), τς μάνας σ’ (της μάνας σου), τ’ μάνα σ’ (τη μάνα σου), ου πατέρας σ’ (ο πατέρας σου), τ’ πατέρα σ’ (του πατέρα μου), του bατέρα σ’ (τον πατέρα σου), του πηδί σ’ (το παιδί σου), τ’ πηδγιού σ’ (του παιδιού σου), τα πηδγιά σ’ (τα παιδιά σου), τς πηδγιούνης σ’ (των παιδιών σου). Όταν η λέξη που προηγείται τελειώνει σε σίγμα (ς), η προφορά των δύο διαδοχικών σίγμα είναι σαν ένα παρατεταμένο σίγμα [ss], π.χ. <τς πηδγιούνης σ’>  [tspiδjúniss] (των παιδιών σου).


3)   Οι αδύνατοι τύποι «του» / «dου» της γενικής ενικού του αρσενικού και του ουδετέρου του Γ΄ προσώπου χρησιμοποιούνται πάντοτε πριν από το ρήμα και μάλιστα όταν λόγω αφαίρεσης του τονισμένου αρχικού φωνήεντος του ρήματος ο τόνος μεταφέρεται στο «τού» / «dού»: τού ’φηρη / δέ dού ’φηρη (δεν του έφερε), τού ’πη (του είπε), δέ dού ’πη (δεν του είπε), τού ’νη (του είναι). δέ dού ’νη (δεν του είναι).

Το άηχο «τ’» της γενικής ενικού του αρσενικού και του ουδετέρου του Γ΄ προσώπου χρησιμοποιείται όταν ακολουθεί φωνήεν, οποιοδήποτε άηχο σύμφωνο ή ρινικό, πλευρικό ή παλλόμενο ή άηχο τριβικό σύμφωνο, ενώ μετατρέπεται σε ηχηρό «d» όταν ακολουθεί ηχηρό ανακοπτικό ή ηχηρό τριβικό σύμφωνο: τ’ άνι’ξα να bεί (του άνοιξα να μπει), τ’ πάτ’σα του gάλου (του πάτησα τον κάλο), τ’ μάθαμη τς αριθμοί (του μάθαμε τους αριθμούς), τ’ λέει πάντα «ναι» (του λέει πάντα «ναι»), d’ βούλιαξη d’ βάρκα (του βούλιαξε τη βάρκα).

4)   Το άηχο «τς» της γενικής ενικού του θηλυκού του Γ΄ προσώπου χρησιμοποιείται όταν ακολουθεί φωνήεν, οποιοδήποτε άηχο σύμφωνο ή ρινικό, πλευρικό ή παλλόμενο ή άηχο τριβικό σύμφωνο, ενώ μετατρέπεται σε ηχηρό «τζ» όταν ακολουθεί ηχηρό ανακοπτικό ή ηχηρό τριβικό σύμφωνο: τς άνι’ξα να bεί (της άνοιξα να μπει), τς πάτ’σα του gάλου (της πάτησα τον κάλο), τς μάθαμη τς αριθμοί (της μάθαμε τους αριθμούς), τς λέει πάντα «ναι» (της λέει πάντα «ναι»), τζ βούλιαξη d’ βάρκα (της βούλιαξε τη βάρκα).
Το «τση» χρησιμοποιείται σε περιπτώσεις όπου η λέξη που ακολουθεί αρχίζει με συμφωνικό σύμπλεγμα ή έχει υποστεί συγκοπή και ακολουθεί σύμπλεγμα συμφώνων όπως: τση στράβουση η βηλόνα (της στράβωσε η βελόνα).

5)   Οι αδύνατοι τύποι «τ’», «τς» και «τ’» της γενικής ενικού του Γ΄ προσώπου στα τρία γένη, αντίστοιχα, χρησιμοποιούνται και ως κτητικές αντωνυμίες μετά από ονόματα ή αντωνυμίες: η μάνα τ’ (η μάνα του), τς μάνας τς (της μάνας της), τ’ μάνα τ’ (τη μάνα του), ου πατέρας τ’ (ο πατέρας του), τ’ πατέρα τς (του πατέρα της), του bατέρα τ’ (τον πατέρα του), του πηδί τ’ (το παιδί του), τ’ πηδγιού τς (του παιδιού της), τα πηδγιά τ’ (τα παιδιά του), τς πηδγιούνης τς (των παιδιών της). 

2 σχόλια:

  1. Λέτε και "ηφερα" αντί "έφερα", χρησιμοποιείτε δηλαδή το ήτα, όπως στο ημείς αντί εμείς;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Κατερίνα,

    Το "έφερα" της Κοινής Νεοελληνικής, στα Σαμιώτικα λέγεται [éfira] αλλά και [ífira]. Με τον συμβολισμό που χρησιμοποιώ εδώ γράφεται: "έφηρα" και "ήφηρα", όπου τα "ήτα" νοούνται υπογραμμισμένα για να δείχνουν ότι δεν αντιστοιχούν σε φθόγγο [i] της Κοινής Νεοελληνικής αλλά σε φθόγγο [e] (δηλ. στο γράμμα "ε" ή στο δίψηφο "αι")

    ΑπάντησηΔιαγραφή