Σελίδες

Σάββατο, 31 Αυγούστου 2013

5. Οι παροιμίες της γιαγιάς μου

5. Οι παροιμίες της γιαγιάς μου1)
(H παροιμίης τζ’ γιιαγιιάς ημ’)

(Αύγουστος 2013/Έκδοση 1)

Α/Α
ΠΑΡΟΙΜΙΑΚΗ ΕΚΦΡΑΣΗ
στο Σαμιακό Ιδίωμα
ΑΠΟΔΟΣΗ
στην Κοινή Νεοελληνική
[Σε αγκύλες: πραγματολογική ή ετυμολογική πληροφορία]
(Σε παρένθεση: η χρήση και το μήνυμα της παροιμίας)

  1.  
Άdρας (νά ’νη) κι ας είνη κιη ξ’λένιιους.
Άντρας (νά ’ναι) κι ας είναι και ξύλινος.
(Λέγεται στην περίπτωση που μια γυναίκα δεν μπορεί να κάνει κάποια εργασία η οποία χρειάζεται ιδιαίτερη σωματική δύναμη και καλείται κάποιος άντρας να την κάνει, ο οποίος και τα καταφέρνει.)

  1.  
Άλλους είνη ου bαρδακάς κι άλλους είνη ου τσανακάς.
Άλλος είναι ο μπαρδακάς κι άλλος είναι ο τσανακάς.
[< μπαρδάκι’ = κουβάς, τσανάκι’ = πήλινο πιάτο]
(Δεν είναι όλοι ίδιοι, ούτε όλα τα ίδια. Λέγεται και στην περίπτωση δύο διαφορετικών απόψεων που τις συγχέει ο συνομιλητής.)

  1.  
Άλλους έχασκιη κι άλλους μηταλάβηνη.
Άλλος έχασκε κι άλλος μεταλάβαινε.
[< συμβαίνει στην μετάληψη να ανοίγει το στόμα και ο διπλανός πιστός και ο παπάς να κοινωνήσει αυτόν πρώτον.]
(Λέγεται όταν κάποιος περιμένει με σιγουριά ότι θα κερδίσει κάτι, και αυτό, την τελευταία στιγμή, το κερδίζει άλλος.)

  1.  
Άμα δέ βρέξ’ς του gώλου σ’ δέ dρωζ bαρbούνι’.
Αν δεν βρέξεις τον κώλο σου δεν τρως μπαρμπούνι.
[< Στο ψάρεμα μπορεί να χρειαστεί και να βραχείς]
(Χωρίς προσπάθεια και κόπο δεν έχεις επιτυχίες)

  1.  
Άμα ου καδής ζ’ b’δήξ’ τ’ μάνα σ’ ση πχοιόν θα πας να κριθείς;
Αν ο καδής σου «πηδήξει» τη μάνα σε ποιον θα πας να βρεις το δίκιο σου;
[καδής = δικαστής]
(Όταν το έγκλημα το κάνει η εξουσία δεν υπάρχει δικαιοσύνη.)

  1.  
Απ’ τα σύκα μέχρι τα καρύδγια.
Από τα σύκα μέχρι τα καρύδια.
[Τα καρύδια ωριμάζουν αμέσως μετά τα σύκα στο τέλος του καλοκαιριού.]
(Η φράση δηλώνει εξαιρετικά μικρό χρονικό διάστημα.)

  1.  
αρμένικιια βίζιτα
αρμένικη βίζιτα
(πολύωρη επίσκεψη)

  1.  
Αρουτήσανη του λιύκου: Γιιατί είνη ου σβέρκους σ’ χουdρός; κιη τσ’ απάνd’ση: Γιιατί κάνου τση δ’λιειές ημ’ μουναχός.
Ρώτησαν τον λύκο: Γιατί είναι το σβέρκο σου χοντρό; Και τους απάντησε: Γιατί κάνω μόνος μου τις δουλειές μου.
(Λέγεται όταν δεν περιμένουμε από τους άλλους να μας κάνουν κάποια δουλειά, που μπορούμε να την κάνουμε μόνοι μας και να την κάνουμε και πολύ καλά.
Πρέπει να είμαστε ανεξάρτητοι.)

  1.  
Βρήκιη dbόρτα Παναϊά.
Βρήκε την πόρτα Παναγιά.
[< Μεταφορική χρήση: «Παναγιά» = «παρθένος» = «κλειστή»)
(Λέγεται κυριολεκτικά όταν κάποιος βρίσκει μια πόρτα κλειστή, αλλά και μεταφορικά όταν απευθυνθεί κάποιος κάπου για κάποιο αίτημα και δεν βρει ανταπόκριση.)

  1.  
Δ’λιειά δέν είχιη ου Δγιάουλους κιη γάμαη τα πηδγιά τ’.
Δουλειά δεν είχε ο Διάβολος και γαμούσε τα παιδιά του.
(Λέγεται συνήθως ειρωνικά για κάποιον αργόσχολο που λέει ή ενεργεί κατά τρόπο προσβλητικό ή ενοχλητικό.)

  1.  
Δώ’ μ’ κιυρά μ’ τουν άdρα σ’ κιη σύ πάρ’ του gόπανου.
Δώσε μου, κυρά μου, τον άντρα σου κι εσύ πάρε τον κόπανο.
[κόπανος = χοντρό κυλιδρικό ξύλο με το οποίο χτυπούσαν τα ρούχα για να πλυθούν ή καρπούς για να αποφλοιωθούν]
(Λέγεται στην περίπτωση που σου ζητάει κάποιος κάτι που το χρειάζεσαι εσύ και αν του το δώσεις δεν θα μπορείς εσύ να κάνεις τις δουλειές σου.)

  1.  
Ένας κώλους φαίνητη, δγυό κουμμάτχια γιένητη.
Ένας κώλος φαίνεται, δυο κομμάτια γίνεται.
(Το έλεγαν πειρακτικά σε μικρά παιδιά που είχαν γυμνό «ποπό» π.χ. για να κάνουν τα κακά τους)

  1.  
Κάθη αbόδγιου γιια καλό.
Κάθε εμπόδιο για καλό.
Ανάλογο της παροιμιακής φράσης «οὐδέν κακόν ἀμιγές καλοῦ».
(Λέγεται όταν κάποια δυσκολία ή «αναποδιά» αποδεικνύεται εκ των υστέρων ευνοϊκή ή και σωτήρια.)

  1.  
Κάθη αρνάκι’ (κρέμητη) απ’ του θ’κό τ’ πουδαράκι’.
Κάθε αρνάκι (κρέμεται) από το δικό του ποδαράκι.
[< Στο κρεοπωλείο κάθε σφαχτό κρέμεται στο τσιγκέλι από τα πόδια του]
(Καθένας (οφείλει να) έχει την ευθύνη των πράξεών του)

  1.  
Καλόμαθη η γριά στα σύκα κι ούλι’ τ’ νιύχτα τ’ ανηζήτα.
Καλόμαθε η γριά στα σύκα και όλη τη νύχτα τα αναζητούσε.
(Όταν συνηθίσει κανένας στα εύκολα και ευχάριστα θέλει να τα συνεχίσει και δύσκολα προσαρμό­ζεται στη στέρησή τους.)

  1.  
Κάνι’ τς αληπούς τζ βόλτης.
Κάνει της αλεπούς τις βόλτες.
(Λέγεται όταν κάποιος τριγυρίζει, κάνει βόλτες, σαν την αλεπού που πριν επιδράμει στο κοτέτσι «κόβει» βόλτες γύρω από αυτό.)

  1.  
Μαρή Πάτρα κώλους!
Μωρή Πάτρα κώλος!
[Πάτρα = Κλεοπάτρα, κώλος = τρύπα της βελόνας]
Η αδελφή κάποιας Πάτρας είχε αγοράσει μια καινούργια βελόνα ραψίματος που είχε μεγάλη τρύπα και περνούσε εύκολα η κλωστή μέσα της και με αυτήν τη φράση φώναξε στην Πάτρα δυνατά τον ενθουσιασμό της έτσι που άκουσε όλη η γειτονιά. Και η φράση έμεινε...]
(Η φράση λεγόταν κοροϊδευτικά είτε στην κυριολεξία όταν περνούσε εύκολα η κλωστή από την τρύπα μιας βελόνας είτε μεταφορικά από μια «γειτόνισσα» για τα οπίσθια κάποιας άλλης...)

  1.  
dράπ’ τουν ένανη dράπ’ τουν άλλουνη έκανη τουν άdρα τς κιηρατά.
Ντράπου τον έναν, ντράπου τον άλλον έκανε τον άντρα της κερατά.
[ντράπου = προστακτική του ρήμα­τος «ντρέπομαι»]
(Λέγεται για το δυσμενές αποτέλεσμα των συνεχών υποχωρήσεων κάποιου σε ένα ζήτημα.)

  1.  
Οdά ’πρηπη δέν έβρηχιη, του Μάη δρουσουλόγαη.
Όταν έπρεπε δεν έβρεχε, τον Μάη δροσολόγαγε.
(Τον Μάιο οι βροχές κάνουν ζημιές στην αγροτική παραγωγή· γι’ αυτό και δεν είναι επιθυμητές.)

  1.  
Όπχιους βρίσκι’ κιη πουρεύητη τύφλα τ’ κιη παdρεύητη
Όποιος βρίσκει και πορεύεται τύφλα του και παντρεύεται.
[βρίσκω = μπορώ,
πορεύομαι = διάγω, ζω, περνώ· μεταφορικά: έχω σεξουαλικές σχέσεις]
[= Όποιος μπορεί να έχει ελεύθερες σεξουαλικές σχέσεις είναι ανοησία να παντρευτεί.]
(Παλιότερα – όταν οι προγαμιαίες σχέσεις απαγορεύονταν κυρίως στις γυναίκες – λεγόταν ως σύνθημα σε/για άγαμους άντρες· σήμερα λέγεται και για άγαμες γυναίκες.)

  1.  
Όπχιους δεν έχι’ να ξυστεί τουνη τρώνη οι ψύλλι’.
Όποιος δεν έχει να ξυστεί τον τρώνε οι ψύλλοι.
(Πρέπει να αντιμετωπίζουμε οι ίδιοι τα προβλήματά μας. Αλλιώς, υφιστάμεθα την μοίρα μας.)

  1.  
Όπχιους πνιίγι’κιη του μητάνιιουση.
Όποιος πνίγηκε το μετάνοιωσε.
(Λέγεται όταν καλοσυνέψει μετά από μεγάλη κακοκαιρία.
Και για να δηλώσει ότι σε δύσκολες καταστάσεις δεν εγκαταλείπουμε τις προσπάθειες. Τα πράγματα θα καλυτερέψουν μετά και θα το μετανοιώσουμε.)

  1.  
Ου Γιιάννι’ς ου σπασμένους.
Ο Γιάννης ο «σπασμένος».
(Λέγεται στην περίπτωση που κάποιος έχει χτυπήσει και/ή πονάει σε παραπάνω από ένα σημεία του σώματός του.)

  1.  
Ου κ’φός όπους θέλι’ τα τηργιάζ.
Ο κουφός όπως θέλει τα ταιριάζει.
(Λέγεται στην περίπτωση που ο συνομιλητής άκουσε άλλη λέξη από εκείνη που του είπαμε.)

  1.  
Ου σηρέτ’ς θέλι’ ανάμ’σ’ σηρέτ’.
Ο σερέτης θέλει ενάμιση σερέτη.
[σερέτης = δύστροπος, στριμμένος < τουρκ. irret]
(Ο δύστροπος χρειάζεται να του φερθείς περισσότερο δύστροπα για να καταλάβει.)
Παρόμοιο με το «Του γαϊδούρ’ θέλι’ ανάμ’σ’ γαϊδούρ’.»

  1.  
Παπά πηδί, Δγιαόλ’ αgόνι’.
Παπά παιδί, Διαβόλου εγγόνι.
(χαρακτηρισμός κάποιου που έχει πατέρα παπά, αλλά οι πράξεις του είναι αντίθετες από εκείνες που θα έκανε ή θα ενέκρινε ένας παπάς.)

  1.  
Σαράdα χρόνιια στου Μ’σίρ κιη στραγάλιια δέν έφαης.
Σαράντα χρόνια στην Αίγυπτο και στραγάλια δεν έφαγες.
[Μ’σίρ = Μισίρ (< τουρκ. Misir) = Αίγυπτος, χώρα με σημαντική παραγωγή ρεβυθιών, από τα οποία παρασκευάζονται τα στραγάλια]
(Λέγεται σε κάποιον που δεν έχει καλή γνώση ή επίδοση σε κάτι που το έχει ακούσει ή δει πολλές φορές και θα έπρεπε να το ξέρει.)

  1.  
Σκότουνη τρηλιοί πλιήρουνη τζηρημέδης.
Σκότωνε τρελούς πλήρωνε τζερεμέ­δες.
[τζερεμές = άδικη ζημιά]
(Βάζοντάς τα με κάποιον που δεν πολυεκτιμάς ενδέχεται να ζημιωθείς εσύ περισσότερο.)

  1.  
Στου gαταραμένου τόπου του Μάη μήνα βρέχι’.
Στον καταραμένο τόπο τον Μάη μήνα βρέχει.
(Τον Μάιο οι βροχές κάνουν ζημιές στην αγροτική παραγωγή· γι’ αυτό και δεν είναι επιθυμητές.)

  1.  
Στουλιίστ’κιη η νιύφ’κι απόμ’νη.
Στολίστηκε η νύφη κι απόμεινε.
(Λέγεται όταν κάνουμε μεγάλη προετοιμασία για κάποιο αναμενόμενο γεγονός, το οποίο όμως, τελικά, δεν συμβαίνει.)

  1.  
Π’λάς τουν ήλιιου κι αγουράζ’ς του φηgάρ’.
Πουλάς τον ήλιο και αγοράζεις το φεγγάρι.
(Λέγεται όταν, χωρίς λόγο, δεν εκμεταλλευόμαστε το φως της μέρας και κάνουμε τις εργασίες μας τη νύχτα.)

  1.  
Σφάξη μη πασά μ’ ν’ αγιιάσου.
Σφάξε με πασά μου να αγιάσω.
[< αγιάζω = ανακηρύσσομαι άγιος]
(Για κάποιον που δέχεται ένα μαρτύριο ή μια ταπείνωση με μόνο σκοπό τη δόξα.)

  1.  
Τα μηταξουτά βρακιιά θέλ’νηb’δέξα σκέλιια.
Τα μεταξωτά βρακιά θέλουν επιδέξια σκέλια.
(Τα δύσκολα και σοβαρά εγχειρή­ματα χρειάζονται και ανάλογα προσόντα.)

  1.  
Τα πισ’νά ξουράφχια κόβ’νη.
Τα πίσω–πίσω (= τα τελευταία) ξυράφια κόβουν.
[< Όταν ξυρίζεται κανένας, στο τελευταίο «χέρι» του ξυρίσματος, που μπορεί να είναι και «κόντρα», ενδέχεται να κοπεί.]
(Από το τελικό αποτέλεσμα κρίνεται μια ενέργεια. Το αρχαίο: Πρὸς τὸ τελευταῖον ἐκβὰν ἓκαστον τῶν πρὶν ὑπαρξάντων κρίνεται).

  1.  
Τζ dηbέλας η κλουστή είνη μνιά ουργιιά κιη μ’σή.
Της τεμπέλας η κλωστή είναι μια οργιά και μισή.
(Αυτός που δεν κάνει με προθυμία κάτι, προσπαθεί να αποφύγει τον κόπο επινοώντας διάφορους τρόπους που ενδέχεται να απαιτήσουν περισσότερο κόπο, όπως δηλαδή στο ράψιμο, χρησιμοποιώντας κλωστή με μήκος μεγαλύτερο από το κανονικό που μπορεί να χειριστεί, η «τεμπέλα» ράφτρα αντιμετωπίζει προβλήματα – π.χ. μπέρδεμα της κλωστής – που μπορεί τελικά να κάνουν τη «βαρετή» δουλειά να διαρκέσει πολύ περισσότερο.)

  1.  
Τνη πάdρηψα τη στάμνα.
Την πάντρεψα τη στάμνα (= την έσπασα τη στάμνα)
[Μεταφορική χρήση το ρήματος «παντρεύω» και του ρήματος «σπάζω» = ξεπαρθενεύω, διακορεύω (μετοχή: «σπασμένη»):
γυναίκα παντρεμένη = γυναίκα «σπασμένη»
στάμνα σπασμένη = στάμνα «παντρεμένη»]

  1.  
Τού ’πανη να χιέσ’ κι αυτός ξηκουλιιάστ’κιη.
Του είπαν να χέσει κι αυτός «ξεκωλιάστηκε».
(Λέγεται όταν, από υπερβάλλοντα ζήλο, προβαίνει κανένας σε ενέργειες που ξεπερνούν τα σχετικά όρια.)

  1.  
Του γαϊδούρ’ θέλι’ ανάμ’σ’ γαϊδούρ’.
Το γαϊδούρι θέλει ενάμισι γαϊδούρι.
[γαϊδούρι = αγενής, κακότροπος]
(Ο κακότροπος χρειάζεται να του φερθείς περισσότερο κακότροπα για να καταλάβει.)
Παρόμοιο με το «Ου σηρέτ’ς θέλι’ ανάμ’σ’ σηρέτ’.»

  1.  
Του καλό ψάρ’ ή τς ουκάς ή τς π’κουσάς.
Το καλό ψάρι είναι ή της οκάς ή της μπουκιάς.
[b’κώνου = μπουκώνω > μπουκω­σιά > b’κουσά > π’κουσά = μπουκιά]
(Καλά/νόστιμα ψάρια είναι τα πολύ μικρά ή τα πολύ μεγάλα και όχι τα ενδιάμεσου μεγέθους.)

  1.  
Φρίντζει dε φρίντζει τομ bαρά μου έδωκα.
Αφρίζει δεν αφρίζει τον παρά μου έδωσα.
[< Φράση που είχε πει κάποιος ξένος ονόματι Σολομόν – όχι και τόσο έξυπνος – ο οποίος είχε έρθει και έμενε στον Παγώνδα της Σάμου. Μια μέρα αγόρασε τυρί από κάποιο παντοπώλη, αλλά αυτός του έδωσε – για πλάκα – σαπούνι. Έτριψε, λοιπόν, το σαπούνι στα μακαρόνια και όπως έτρωγε, το σαπούνι άφριζε στα χείλια του. Με τη φράση αυτή απάντησε στην παρατήρηση που του έκαναν: «Σολομόν, αυτό το τυρί αφρίζει!».]
(Λέγεται όταν κάποιος ξόδεψε χρήματα για κάποιο αντικείμενο και αυτό του προέκυψε ελαττωματικό, ή όχι όπως το ήθελε, αλλά αυτός «συμβιβάζεται» και το χρησιμο­ποιεί έστω και έτσι)

  1.  
Χιέρι μ’ ’νιεί ’δάρι μ’ ’νιεί, ούλα μανά μ’ ’νούνη.
Το χέρι μου πονεί, το πόδι μου πονεί, όλα, μάνα μου, πονούνε.
[< έτσι είχε εκφραστεί κάποτε κάποιο μικρό παιδί στη μαμά του]
(Λέγεται στην περίπτωση που κάποιος παραπονιέται ότι πονάει σε παραπάνω από ένα σημεία του σώματός του ή του έχουν τύχει ταυτόχρονα παραπάνω από μία «συμφορές».)


–––––––––––––––––––––––
1) Αγγελική Γ. Ζούρα-Τσαμπαλά (1886–1965)



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου