Σελίδες

Τετάρτη, 30 Ιουλίου 2014

8. Οι παροιμίες της γιαγιάς μου (3η Έκδοση)

8.   Οι παροιμίες της γιαγιάς μου1)
(Οι παροιμίης τζ’ γιιαγιιάς ημ’)

Καταφόρτωση του αρχείου ως pdf: εδώ

Ιούλιος 2014/Έκδοση 3
(Έχουν προστεθεί 33 παροιμιακές εκφράσεις σε εκείνες της Έκδοσης 2)


Α/Α
ΠΑΡΟΙΜΙΑΚΗ ΕΚΦΡΑΣΗ
στο Σαμιακό Ιδίωμα
ΑΠΟΔΟΣΗ
στην Κοινή Νεοελληνική
[Σε αγκύλες: πραγματολογική ή ετυμολογική πληροφορία]
(Σε παρένθεση: η χρήση και το μήνυμα της παροιμίας)

  1.  
Άdρας (νά ’νη) κι ας είνη κιη ξ’λένιιους.
Άντρας (νά ’ναι) κι ας είναι και ξύλινος.
(Λέγεται στην περίπτωση που μια γυναίκα δεν μπορεί να κάνει κάποια εργασία η οποία χρειάζεται ιδιαίτερη σωματική δύναμη και καλείται κάποιος άντρας να την κάνει, ο οποίος και τα καταφέρνει.)

  1.  
Αλιιά στουν αdρειουμένουνη σα dουνη πχιάσ’νη δγυό σπαζμένι’.
Αλίμονο στον αντρειωμένο όταν τον πιάσουν δύο σπασμένοι.
dρειουμένους = δυνατός, υγιής
σπαζμένους = άρρωστος, ανάπηρος]
(Λέγεται στην περίπτωση που κάποιος επιτίθεται ή αντιστέκεται σε δύο ή περισσότερους άλλους. Δεν έχει πολλές ελπίδες να νικήσει.)

  1.  
Αλιιά στουνη b’ δέν έχι’ νιύχιια να ξυστεί κιη πηριμένι’ απ’ τα ξένα.
Αλίμονο σ’ αυτόν που δεν έχει νύχια να ξυστεί και περιμένει από τα ξένα.
(Λέγεται όταν κάποιος δεν μπορεί να αυτοεξυπηρετηθεί και χρειάζεται να τον βοηθήσουν άλλοι.)

  1.  
Αλιιά στουνη π’ λιείπ’ απ’ του γάμου τ’.
Αλίμονο σ’ αυτόν που λείπει από τον γάμο του.
(Λέγεται για κάποιον όταν άλλοι αποφασίζουν ερήμην του για σοβαρό θέμα που τον αφορά άμεσα.)

  1.  
Άλλους είνη ου bαρδακάς κι άλλους είνη ου τσανακάς.
(Με την ίδια
Άλλος είναι ο μπαρδακάς κι άλλος είναι ο τσανακάς.
[< μπαρδάκι’ = κουβάς, τσανάκι’ = πήλινο πιάτο]
(Δεν είναι όλοι ίδιοι, ούτε όλα τα ίδια. Λέγεται και στην περίπτωση δύο διαφορετικών απόψεων που τις συγχέει ο συνομιλητής.)

  1.  
Άλλους έχασκιη κι άλλους μηταλάβηνη.
Άλλος έχασκε κι άλλος μεταλάβαινε.
[< συμβαίνει στην μετάληψη να ανοίγει το στόμα και ο διπλανός πιστός και ο παπάς να κοινωνήσει αυτόν πρώτον.]
(Λέγεται όταν κάποιος περιμένει με σιγουριά ότι θα κερδίσει κάτι, και αυτό, την τελευταία στιγμή, το κερδίζει άλλος.)

  1.  
Άμα δέ βρέξ’ς του gώλου σ’ δέ dρωζ bαρbούνι’.
Αν δεν βρέξεις τον κώλο σου δεν τρως μπαρμπούνι.
[< Στο ψάρεμα μπορεί να χρειαστεί και να βραχείς]
(Χωρίς προσπάθεια και κόπο δεν έχεις επιτυχίες)

  1.  
Άμα ου καδής ζ’ b’δήξ’ τ’ μάνα σ’ ση πχοιόν θα πας να κριθείς;
Αν ο καδής σου «πηδήξει» τη μάνα σε ποιον θα πας να βρεις το δίκιο σου;
[καδής = δικαστής]
(Όταν το έγκλημα το κάνει η εξουσία δεν υπάρχει δικαιοσύνη.)

  1.  
Απ’ τα σύκα μέχρι τα καρύδγια.
Από τα σύκα μέχρι τα καρύδια.
[Τα καρύδια ωριμάζουν αμέσως μετά τα σύκα στο τέλος του καλοκαιριού.]
(Η φράση δηλώνει εξαιρετικά μικρό χρονικό διάστημα.)

  1.  
Απ’ του Γιιάνιους του ’Λιιό τύφλα νά ’χ’νη κιη οι δγυό
Από τον Γιάννη ως τον Ηλία τύφλα νά ’χουν και οι δύο.
(Λέγεται σε περίπτωση που καλείται να επιλέξει κανένας ανάμεσα σε δύο εξίσου ανεπιθύμητα πράγματα. Ισοδυναμεί με την παροιμία «Πιάσε τον έναν και χτύπα τον άλλον».)

  1.  
Αρουτήσανη του λιύκου: Γιιατί είνη ου σβέρκους σ’ χουdρός; κιη τσ’ απάνd’ση: Γιιατί κάνου τση δ’λιειές ημ’ μουναχός.
Ρώτησαν τον λύκο: Γιατί είναι το σβέρκο σου χοντρό; Και τους απάντησε: Γιατί κάνω μόνος μου τις δουλειές μου.
(Λέγεται όταν δεν περιμένουμε από τους άλλους να μας κάνουν κάποια δουλειά, που μπορούμε να την κάνουμε μόνοι μας και να την κάνουμε και πολύ καλά.
Πρέπει να είμαστε ανεξάρτητοι.)

  1.  
Αρχιή κι’ αρχιή βγιήκη ου Ηβραίους στου παζάρ’ κι’ έτ’χιη μέρα Σάββατου.
Αρχή και αρχή βγήκε ο Εβραίος στο παζάρι κι έτυχε μέρα Σάββατο.
[Το Σάββατο είναι μέρα αργίας για τους Εβραίους]
(Λέγεται για προσπάθεια άκαιρης ενέργειας που δεν έγινε όταν ήταν δυνατό να γίνει και τελικά έμεινε χωρίς αποτέλεσμα.)

  1.  
Βρήκιη dbόρτα Παναϊά.
Βρήκε την πόρτα Παναγιά.
[< Μεταφορική χρήση: «Παναγιά» = «παρθένος» = «κλειστή»)
(Λέγεται κυριολεκτικά όταν κάποιος βρίσκει μια πόρτα κλειστή, αλλά και μεταφορικά όταν απευθυνθεί κάποιος κάπου για κάποιο αίτημα και δεν βρει ανταπόκριση.)

  1.  
Γιια τ’ αdί πού χι’ δγυό τρύπης!
Για το αντί που έχει δύο τρύπες!
αdί (= αντί < αρχ. ελλ. αντίον: κυλινδρικό ξύλινο εξάρτημα του αργαλειού πάνω στο οποίο τυλίγεται το πανί. Στο ένα άκρο του το αdί έχει ορθογωνική πρισματική κεφαλή διαμπερώς διάτρητη σε δύο άξονες κάθετους μεταξύ τους, για να περνάει μέσα από τις τρύπες μικρή κυλινδρική ράβδος σε ρόλο μοχλού για την περιστροφή του κυλίνδρου.)
(Η φράση λέγεται ως απάντηση στην ερώτηση «Γιατί;», όταν η τελευταία εκφράζει αντίρρηση σε κάποια εντολή ζητώντας το «γιατί» να εκτελεστεί η εντολή)

  1.  
Δ’λιειά δέν είχιη ου Δγιάουλους κιη γάμαη τα πηδγιά τ’.
Δουλειά δεν είχε ο Διάβολος και γαμούσε τα παιδιά του.
(Λέγεται συνήθως ειρωνικά για κάποιον αργόσχολο που λέει ή ενεργεί κατά τρόπο προσβλητικό ή ενοχλητικό.)

  1.  
Δε dαγιιαdώ δγυό πράματα: πίκρης κιη γιηρουdάματα.
Δεν υποφέρω δυο πράγματα: τις πίκρες και τα γεράματα.
[dαγιιαdώ < τούρκ. dayanmak]
(Λέγεται σε περιπτώσεις στενοχώ­ριας ή κούρασης.)

  1.  
Δώ’ μ’ κιυρά μ’ τουν άdρα σ’ κιη σύ πάρ’ του gόπανου.
Δώσε μου, κυρά μου, τον άντρα σου κι εσύ πάρε τον κόπανο.
[κόπανος = χοντρό κυλιδρικό ξύλο με το οποίο χτυπούσαν τα ρούχα για να πλυθούν ή καρπούς για να αποφλοιωθούν]
(Λέγεται στην περίπτωση που σου ζητάει κάποιος κάτι που το χρειάζεσαι εσύ και αν του το δώσεις δεν θα μπορείς εσύ να κάνεις τις δουλειές σου.)

  1.  
Δώ’ μ’ μανά μ’ τν ηυχιή σ’
έλα κι α
bατείς.
Δώσε μου μάνα την ευχή σου μα έλα και να με δεις (τι κάνω).
(Λέγεται στην περίπτωση που ξεκινάει κάτι με ευχές αλλά στη συνέχεια εγκαταλείπεται στη μοίρα του.)

  1.  
Είπη ου γάιδαρους του bητ’νό κιηφάλα.
Είπε ο γάιδαρος τον πετεινό κεφάλα.
(Ισοδύναμη με την λόγια έκφραση: «εξ ιδίων κρίνει τα αλλότρια» και λέγεται για αυτόν που κατηγορεί άλλους για ιδιότητες ή ελαττώματα που έχει ο ίδιος. Παρόμοια και με την παροιμία: «Η κουτσουνούρα η αληπού τζ βλέπ’ ούλι’ κουτσου–νούρ’δης».)

  1.  
Ένας κώλους φαίνητη, δγυό κουμμάτχια γιένητη.
Ένας κώλος φαίνεται, δυο κομμάτια γίνεται.
(Το έλεγαν πειρακτικά σε μικρά παιδιά που είχαν γυμνό «ποπό» π.χ. για να κάνουν τα κακά τους.)

  1.  
Έχι’ς γρόσα έχι’ς γλώσσα.
Έχεις γρόσα έχεις γλώσσα (= Έχεις χρήματα; Μπορείς να μιλάς).
[γρόσα = γρόσια < γρόσι = παλιά τούρκική νομισματική μονάδα ίση με 40 παράδες]
(Αυτός που έχει χρήμα έχει και δύναμη.)

  1.  
Η γριά δέ dό ’λπιζη να παdρηυτεί κιη αρρεβώνης γιύρηυη.
Η γριά δεν έλπιζε να παντρευτεί και αρραβώνες γύρευε.
(Λέγεται για κάποιον που κάνει ενέργειες για κάτι που είναι αδύνατο ή πολύ δύσκολο να γίνει.)

  1.  
Η κουτσουνούρα η αληπού τζ βλέπ’ ούλι’ κουτσουνούρ’δης
Η κουτσονούρα η αλεπού τους βλέπει όλους κουτσονούρηδες.
[κουτσουνούρ’ς, κουτσουνούρα = κολοβός, κολοβή (< κουτσός + ουρά)
ούλι’ = όλοι (εδώ: αιτιατική του ούλους = όλος)]
(Ισοδύναμη με την λόγια έκφραση: «εξ ιδίων κρίνει τα αλλότρια» και λέγεται για αυτόν που κατηγορεί άλλους για ιδιότητες ή ελαττώματα που έχει ο ίδιος. Παρόμοια και με την παροιμία: «Είπη ου γάιδαρους του bητ’νό κιηφάλα».)

  1.  
Ησένα δέ ση βρίσκ’νη ούτη στου σακί ούτη στου σακόδημα.
Εσένα δεν σε βρίσκουν ούτε στο σακί ούτε στο σακόδεμα.
[ησένα = εσένα
βρίσκ’νη (< βρίσκουνε) = βρίσκουν
σακόδημα = σακόδεμα = το σχοινί με το οποίο δένεται ένα σακί ή το ίδιο το δέσιμο του σακιού]
(Λέγεται σε δύστροπο και γκρινιάρη άνθρωπο που δεν ξέρει κανένας πώς να του φερθεί για να είναι ικανοποιημένος.)

  1.  
Θέλι’ς θέρ’ζη κιη δένη, θέλι’ς δένη κιη g’βάλα.
Θέλεις θέριζε και δένε, θέλεις δένε και κουβάλα.
[θέλι’ς = θέλεις (ρ. θέλου)
θέρ’ζη = θέριζε (ρ. θηρίζου)
δένη = δένε (ρ. δένου)
g’βάλα = κουβάλα (< κ’βάλα < κουβάλα, ρ. g’βαλάου)]
(Είτε έτσι, είτε αλλιώς, δεν κάνει μεγάλη διαφορά.)

  1.  
Ήρθη ου Τέταρτους πάει ου βδόμαδους.
Ήρθε η Τετάρτη πάει η εδβομάδα.
[Όταν έρθει η Τετάρτη, η εβδομάδα πλησιάζει προς το τέλος της]
(Λέγεται όταν πλησιάζει η ώρα αναμενόμενου γεγονότος.
ίδιο νόημα με την παροιμία «Σάββατου κουdά γιιουρτή, δώ κουdά είνη η Κιυργιακιή.»)

  1.  
Θέλουdας ου βλάχους μη θέλουν*) ου ζωγράφους, φόρα Χ’στέ μ’ κόκκι’να τσαρούχιια.




*) = «θέλων». Εδώ η γιαγιά δεν έλεγε «μη θέλουdας», αλλά για λόγους μέτρου χρησιμοποιούσε την καθαρευουσιάνικη μετοχή. Στη σύνταξη αυτή υπάρχει το φαινόμενο της «ονομαστικής απολύτου».
Θέλοντας ο βλάχος μη θέλοντας ο ζωγράφος, φόρεσε Χριστέ μου κόκκινα τσαρούχια.
[Η ιστορία αναφέρεται σε κάποιον βλάχο που παρήγγειλε σε έναν ζωγράφο να του ζωγραφίσει μια εικόνα του Χριστού, αλλά όταν είδε την εικόνα με τον Χριστό ξυπόλυτο αρνήθηκε να την πάρει και επέμεινε ωσότου ο ζωγράφος «φόρεσε» στον Χριστό κόκκινα τσαρούχια.]
(Λέγεται με την έννοια της παροιμίας «Ο πελάτης έχει πάντα δίκιο» σε περιπτώσεις όπου ο «πελάτης» έχει άδικο.)

  1.  
Κάθη αbόδγιου γιια καλό.
Κάθε εμπόδιο για καλό.
Ανάλογο της παροιμιακής φράσης «οὐδέν κακόν ἀμιγές καλοῦ».
(Λέγεται όταν κάποια δυσκολία ή «αναποδιά» αποδεικνύεται εκ των υστέρων ευνοϊκή ή και σωτήρια.)

  1.  
Κάθη αρνάκι’ (κρέμητη) απ’ του θ’κό τ’ πουδαράκι’.
Κάθε αρνάκι (κρέμεται) από το δικό του ποδαράκι.
[< Στο κρεοπωλείο κάθε σφαχτό κρέμεται στο τσιγκέλι από τα πόδια του]
(Καθένας (οφείλει να) έχει την ευθύνη των πράξεών του.)

  1.  
Κάθη πράμα στου gιηρό τ’ κιου κουλιιός τουν Αύγουστου.
Κάθε πράγμα στον καιρό του κι ο κολιός τον Αύγουστο.
[στου gιηρό < στουν κιηρό τ’ < στον καιρό του
Το ψάρεμα του κολιού γίνεται τον Αύγουστο]
(Λέγεται κυριολεκτικά για τα προϊόντα της φύσης, αλλά και για ανθρώπινες ενέργειες που πρέπει να γίνονται στον κατάλληλο χρόνο.)

  1.  
Κάθητη μουναχός τ’ σά dου gούκου.
Κάθεται μόνος του σαν τον κούκο.
[σά dου gούκου < σα ντου νgούκου < σαν τον κούκο.]
(Λέγεται όταν κάποιος είναι μόνος του χωρίς να έχει για συντροφιά κανένα άλλο πρόσωπο.)

  1.  
Καλόμαθη η γριά στα σύκα κι ούλι’ τ’ νιύχτα τ’ ανηζήτα.
Καλόμαθε η γριά στα σύκα και όλη τη νύχτα τα αναζητούσε.
(Όταν συνηθίσει κανένας στα εύκολα και ευχάριστα θέλει να τα συνεχίσει και δύσκολα προσαρμό­ζεται στη στέρησή τους.)

  1.  
Κάνι’ τς αληπούς τζ βόλτης.
Κάνει της αλεπούς τις βόλτες.
(Λέγεται όταν κάποιος τριγυρίζει, κάνει βόλτες, σαν την αλεπού που πριν επιδράμει στο κοτέτσι «κόβει» βόλτες γύρω από αυτό.)

  1.  
Καπχοιανού γάιδαρου τ’ χαρίζανη κιη τουνη κοίταζη στα δόdγια.
Χάριζαν σε κάποιον έναν γάιδαρο κι αυτός τον κοίταζε στα δόντια.
[Από τα δόντια του ζώου φαίνεται η ηλικία του]
(Λέγεται στην περίπτωση που γίνεται ή προσφέρεται σε κάποιον κάτι καλό και αυτός το κριτικάρει.)

  1.  
Κάτση γιέρου στου κιηλιί σ’
για να μη χάσ’ς
d’ τιμή σ’.
Κάτσε γέρο στο κελί σου για να μη χάσεις την τιμή σου.
[Η απομόνωση ενός καλόγερου σο κελί του του εξασφαλίζει λιγότερους πειρασμούς.]
(Λέγεται σε κάποιον για να αποφύγει να εκτεθεί σε κάποιον πειρασμό.)

  1.  
Κιη του γιύφτου γιια φουτχιά.
Και τον γύφτο για φωτιά.
[γύφτους = σιδηρουργός
Ο σιδηρουργός είχε πάντοτε φωτιά στο εργαστήρι του, που την άναβε και την διατηρούσε με το «φυσερό» του, για να πυρακτώνει και να κατεργάζεται τα σιδερένια εργαλεία και αντικείμενα που κατασκεύαζε.
Στη φράση αυτή ο «γύφτος» θεωρείται υποτιμητικά ως ο κατώτατης τάξης άνθρωπος.]
(Λέγεται με την έννοια ότι ακόμα και ο κατώτατης τάξης άνθρωπος, που δεν τον υπολογίζεις, μπορεί να σου φανεί χρήσιμος.)

  1.  
Κιη στα ’ννιάμηρα τ’ αdρούς τς άλλουν έβαλη ου νους τς.
Και στα εννιάμερα του άντρα της άλλον έβαλε ο νους της
[’ννιάμηρα = εννιάμερα
αdρούς < αdρός < αντρός < ανδρός = άντρα (γενική πτώση)
άλλουν = άλλον]
(Λέγεται για χήρα που ξανα­παντρεύεται πολύ σύντομα μετά τον θάνατο του συζύγου της.)

  1.  
Κιηρός φηλάει τα λάχανα κιηρός κιη τα μαρούλιια.
Ο καιρός ωφελεί τα λάχανα ο καιρός και τα μαρούλια.
ηλάου = ωφελώ]
(Όλα εξαρτώνται από τον κατάλληλο καιρό, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Επίσης, κάθε πράγμα στον καιρό του. Ανάλογο της ρήσης
«Καιρός παντί πράγματι».)

  1.  
Κ’κιιά έφαης κ’κιιά μαρτυράς.
Κουκιά έφαγες κουκιά μαρτυράς.
[κ’κιί = κουκί]
(Λέγεται σε κάποιον που έχει περιορισμένη γνώση, πληροφόρηση ή εμπειρία για καποιο ζήτημα)

  1.  
Κ’τσοί στραβοί στουν Αϊ-Παdηληήμουνα.
Κουτσοί στραβοί στον Άγιο Παντελεήμονα.
(Λέγεται όταν συρρέουν πολλοί σχετικοί και άσχετοι για κάποιο σκοπό, ή όταν προστρέχουν όλοι σε έναν – συνήθως βολικό άνθρωπο –για οποιαδήποτε εξυπηρέτηση.)

  1.  
Κουλουκιύθχια στου πάτερου.
Κολοκύθια στο πάτερο.
ουλουκιύθ’ = κολοκύθι (που θεωρείται μικρής θρεπτικής αξίας τροφή)
πάτερου = πάτερο, ένα από τα χοντρά ξύλινα δοκάρια από κορμό δέντρου πάνω στα οποία καρφώνονται τα εγκάρσια δοκάρια της «τραβάκας» (κεραμωτής στέ­γης). Τα πλευρικά πάτερα έπαιζαν και ρόλο ραφιών. Πάνω σε αυτά τοποθετούνταν τα μεγάλα κίτρινα γλυκοκολόκυθα και διατηρούνταν για όλον τον χειμώνα.]
(Λέγεται ως απαξιωτικός χαρα­κτηρισμός για απόψεις, πράξεις ή καταστάσεις που ο ομιλητής θεωρεί άνευ αξίας. Βλέπε και «Κουλουκιύθχια μη τ’ ρίγανι’».)

  1.  
Κουλουκιύθχια μη τ’ ρίγανι’.
Κολοκύθια με τη ρίγανη.
ουλουκιύθ’= κολοκύθι (που θεωρείται μικρής θρεπτικής αξίας τροφή)
Η ρίγανη νοστιμίζει το φαγητό· επομένως και τα κολοκύθια. Πλην όμως, όση ρίγανη και αν τους βάλεις τα κολοκύθια παραμένουν «κολοκύθια»!]
(Λέγεται ως απαξιωτικός χαρακτηρισμός για απόψεις, πράξεις ή καταστάσεις που ο ομιλητής θεωρεί άνευ αξίας. Βλέπε και «Κουλουκιύθχια στου πάτερου.»)

  1.  
Μακριά απ’ τη φ’στάνα μ’
κιι ας είν’ κιι η μάνα μ’.
Μακριά από τη φουστάνα μου κι ας είναι και η μάνα μου.
[φ’στάνα = φουστάνα = μεγάλο φουστάνι]
(Οι πολύ στενές σχέσεις πολλές φορές δημιουργούν προβλήματα. Καλό είναι να κρατάς κάποια απόσταση από τους άλλους για να μην μπερδεύονται στις δουλειές σου και σου κάνουν κουμάντο.)

  1.  
Μαρή Πάτρα κώλους!
Μωρή Πάτρα κώλος!
[Πάτρα = Κλεοπάτρα, κώλος = τρύπα της βελόνας]
Η αδελφή κάποιας Πάτρας είχε αγοράσει μια καινούργια βελόνα ραψίματος που είχε μεγάλη τρύπα και περνούσε εύκολα η κλωστή μέσα της και με αυτήν τη φράση φώναξε στην Πάτρα δυνατά τον ενθουσιασμό της έτσι που άκουσε όλη η γειτονιά. Και η φράση έμεινε...]
(Η φράση λεγόταν κοροϊδευτικά είτε στην κυριολεξία όταν περνούσε εύκολα η κλωστή από την τρύπα μιας βελόνας είτε μεταφορικά από μια «γειτόνισσα» για τα οπίσθια κάποιας άλλης...)

  1.  
Μάρτ’ς γδάρτ’ς κιη κακός παλ’κουκαύτ’ς· κιη στς δηκαπέdη τ’ Απριλιιού έβαλη η γριά στου τζάκι’ του μηγάλου κούτσουρου
Μάρτης γδάρτης και κακός παλουκοκαύτης· και στις 15 Απριλίου έβαλε η γριά στο τζάκι το μεγάλο κούτσουρο.
[παλούκι’ = παλούκι: επίμηκες κομμάτι ξύλου (αιχμηρό στο ένα άκρο) που μπήγεται στο έδαφος ή σε τοίχο για διάφορες χρήσεις.

Το παλούκι είναι χρήσιμο ξύλο και όχι για κάψιμο στο τζάκι.]
(Λέγεται σε περίπτωση πολύ κρύου καιρού κατά τον μήνα Μάρτιο.)

  1.  
Μή dρυγάς του μηλιίσσ’.
Μην τρυγάς το μελίσσι.
[τρυγάου του μηλιίσσ’ = τρυγώ το μελίσσι = βγάζω από την κυψέλη τις κηρύθρες με το μέλι, από τις οποίες, στη συνέχεια, με συμπίεση εξάγεται το μέλι και απομένει το κερί]
(Λέγεται σε κάποιον – συνήθως παιδί – που χώνει το δάκτυλο και καθαρίζει τη μύτη του από την ξερή μύξα, που μοιάζει με κερί και λέγεται «κάκαδου».)

  1.  
Μή μη πληγάζ’ς!
(Βλέπε και «Πλιηγή τ’ Φαραώ».
Μη με πληγάζεις!
[πληγάζου = ενοχλώ επίμονα και φορτικά, βασανίζω. Ετυμολογία: ίσως από τις «πληγές του Φαραώ»]
(Λεγόταν σε ενοχλητικούς που δεν εννοούσαν να σταματήσουν να παρενοχλούν.)

  1.  
Μή φυτρώνι’ς κιεί b’ δέ ση σπέρν’νη!
Μην φυτρώνεις εκεί που δεν σε σπέρνουν!
[φυτρώνου = φυτρώνω,
σπέρνου, σπέρνουμη = σπέρνω, σπέρνομαι
Τα αγριόχορτα φυτρώνουν εκεί που δεν τα σπέρνει κανένας και αποτελούν ζιζάνια για τα ήμερα φυτά)
(Λεγόταν συνήθως, με επιτιμητικό ύφος, σε κάποιους που παρενέβαιναν σε υποθέσεις άλλων και στα μικρά παιδιά όταν αυτά «χώνονταν» σε συζητήσεις των μεγάλων.
Ανάλογη είναι και η φράση: Τί πητάγιηση σα
d’ ατσίb’του κκιί;)

  1.  
Μνιά στου καρφί, δγυό στου πέταλου.
Μια στο καρφί, δυο στο πέταλο.
[Κάθε ένα εύστοχο χτύπημα του σφυριού του πεταλωτή στο καρφί για να στερεωθεί το πέταλο, δύο άστοχα στο πέταλο].
(Χρησιμοποιείται κυριολεκτικά σε περιπτώσεις άστοχων κινήσεων σε μαστορέματα ή μεταφορικά όταν υπάρχει μικρή ευστοχία σε επιδόσεις.)

  1.  
bάτη σκιύλι’ αλέστη κιη αληστ’κά μη δώσ’τη.
Μπάτε σκύλοι αλέστε και αλεστικά μη δώσετε.
[bάτη = μπάτε =μπήτε
αληστ’κά = αλεστικά
δώσ’τη = δώσετε].
(Χρησιμοποιείται για χαρακτηρι­σμό καταστάσεων πλήρους ασυδο­σίας.)

  1.  
’νούς παρά πράμα
Ενός παρά πράμα.
[παράς = 1/40 του τουρκικού γροσιού]
(Λεγόταν για να χαρακτηρίσει κάτι ελάχιστης αξίας ή κάποια ελάχιστη ποσότητα)

  1.  
dράπ’ τουν ένανη dράπ’ τουν άλλουνη έκανη τουν άdρα τς κιηρατά.
Ντράπου τον έναν, ντράπου τον άλλον έκανε τον άντρα της κερατά.
[ντράπου = προστακτική του ρήμα­τος «ντρέπομαι»
πιθανή ετυμολόγηση:
είτε:
εν + τρέπομαι > εντρέπομαι > Προστ. Ενεστώτα: εντρέπου > 'ντρέπου > ντράπου (με επηρεσμό από το συνοπτικό θέμα εντραπ- του β' Αορίστου )
είτε:
β' μέσος Αόρ., Οριστ. ενετραπόμην,
Προστ. εντραπο
> 'ντραπού > ντράπου (με ανέβασμα του τόνου)]

(Λέγεται για το δυσμενές αποτέλεσμα των συνεχών υποχωρήσεων κάποιου σε ένα ζήτημα.)

  1.  
Ξηράδγια!
Ξεράδια! (να βγάλεις = Να ξεραθείς!)
[ξηράδ’ = ξεράδι, ξερό κλαδί δέντρου]
(Λέγεται αρατικά – σαν κατάρα – ως ανταπάντηση στην απάντηση «Δέ ξέρου» =δεν ξέρω.)

  1.  
Οdά ’πρηπη δέν έβρηχιη, του Μάη δρουσουλόγαη.
Όταν έπρεπε δεν έβρεχε, τον Μάη δροσολόγαγε.
(Τον Μάιο οι βροχές κάνουν ζημιές στην αγροτική παραγωγή· γι’ αυτό και δεν είναι επιθυμητές.)

  1.  
Όπχοιους βρίσκι’ κιη πουρεύητη τύφλα τ’ κιη παdρεύητη
Όποιος βρίσκει και πορεύεται τύφλα του και παντρεύεται.
[βρίσκω = μπορώ,
πορεύομαι = διάγω, ζω, περνώ· εδώ μεταφορικά: έχω σεξουαλικές σχέσεις]
[= Όποιος μπορεί να έχει ελεύθερες σεξουαλικές σχέσεις είναι ανοησία να παντρευτεί.]
(Παλιότερα – όταν οι προγαμιαίες σχέσεις απαγορεύονταν κυρίως στις γυναίκες – λεγόταν ως σύνθημα σε/για άγαμους άντρες· σήμερα λέγεται και για άγαμες γυναίκες.)

  1.  
Όπχοιους δεν έχι’ να ξυστεί τουνη τρώνη οι ψύλλι’.
Όποιος δεν έχει να ξυστεί τον τρώνε οι ψύλλοι.
[Οι ψύλλοι προκαλούν φαγούρα στο δέρμα και χρειάζεται να ξύνεται συνεχώς αυτός που τους έχει. Μάλιστα σε μεριές όπως στην πλάτη χρειάζεται και τη βοήθεια οργάνου ή άλλου ατόμου]
(Πρέπει να αντιμετωπίζουμε οι ίδιοι τα προβλήματά μας. Αλλιώς, υφιστάμεθα τη μοίρα μας.)

  1.  
Όπχοιους πνιίγι’κιη του μητάνιιουση.
Όποιος πνίγηκε το μετάνοιωσε.
(Λέγεται όταν καλοσυνέψει μετά από μεγάλη κακοκαιρία.
Και για να δηλώσει ότι σε δύσκολες καταστάσεις δεν εγκαταλείπουμε τις προσπάθειες. Τα πράγματα θα καλυτερέψουν μετά και θα το μετανοιώσουμε.)

  1.  
Όπχοιους φηλάει στα λάχανα φηλάει κιη στα μαρούλιια.
Όποιος ωφελεί (= είναι καλός) στα λάχανα ωφελεί και στα μαρούλια
ηλάου (< φελάω < ωφελώ) = ωφελώ, ευδοκιμώ, είμαι καλός, κάνω καλό]
Αυτός που είναι καλός σε ένα τομέα είναι καλός και σε άλλους τομείς. Ανάλογο της λόγιας ρήσης: «Ὁ ἐν ἑνὶ καλὸς ἐν παντὶ καλὸς».

  1.  
Όπχοιους φ’λάει τουν ουdά τρώει του τζουρβά. Όπχοιους γιυρίζ’μυρίζ’.
Όποιος φυλάει τον οντά τρώει τον τσορβά. Όποιος γυρίζει (κάνει βόλτες έξω από το σπίτι) μυρίζει.
[ουdάς < οντάς < τούρκ. oda = δωμάτιο
τσουρβάς = τσορβάς, σούπα < τούρκ.
corba]
γιυρίζου = γυρίζω = κυκλοφορώ έξω από το σπίτι]
(Πολλές φορές αυτοί που μένουν μέσα στο σπίτι και δεν φεύγουν για να κάνουν βόλτα ή να διασκεδάσουν έχουν κάποιο όφελος που το στερούνται όσοι βρίσκονται «έξω». π.χ. μπορούν να απολαύσουν κάποιο νόστιμο φαγητό, που οι άλλοι μόνο τη μυρωδιά του μπορεί να πάρουν είδηση όταν επιστρέψουν)

  1.  
Ου ανάλατους αλατίζητη, ου αρμυρός στουμπανιίζητη
Ο ανάλατος αλατίζεται, ο αλμυρός στουμπανίζεται.
[στουbανιίζου (< στούμπος = κόπανος) = κοπανίζω, χτυπώ]
(Καλύτερα να λείπει αλάτι από το φαγητό, παρά να είναι πολύ αλμυρό. Στην πρώτη περίπτωση μπορεί κανένας να προσθέσει αλάτι, ενώ στη δεύτερη δεν μπορεί να κάνει τίποτε, εκτός από το να κοπανίσει (= δείρει) τον μάγειρο...)

  1.  
Ου bηνάκι’ς κιι ου βγιηνάκι’ς ή απ’ τό ’να αυτί dbαίνι’ κιι απ’ τ’ άλλου βγιαίνι’.
Ο μπαινάκης κι ο βγαινάκης ή από το ένα αυτί του μπαίνει κι από το άλλο βγαίνει.
(Λέγεται όταν κάποιος δεν ακολουθεί τις οδηγίες παρ’ όλο που αυτές του έχουν ειπωθεί.)

  1.  
Ου bουd’κός στη dρύπα τ’ δέ χώραη κιη κουλουκιύθης έσηρνη.
Ο ποντικός στην τρύπα του δεν χωρούσε και κολοκύθες έσερνε.
(Λέγεται στην περίπτωση που κάποιος υπερεκτιμά τις ικανότητες ή δυνατότητές του και επιχειρεί ενέργειες πέραν των δυνάμεών του χωρίς επιτυχία.)

  1.  
Ου Γιιάννι’ς ου σπασμένους.
Ο Γιάννης ο «σπασμένος».
(Λέγεται στην περίπτωση που κάποιος έχει χτυπήσει και/ή πονάει σε παραπάνω από ένα σημεία του σώματός του.)

  1.  
Ου κ’φός όπους θέλι’ τα τηργιάζ’.
Ο κουφός όπως θέλει τα ταιριάζει.
(Λέγεται στην περίπτωση που ο συνομιλητής άκουσε άλλη λέξη από εκείνη που του είπαμε.)

  1.  
Ου λουλός μη του να θ’μάτη χιέρητη.
Ο τρελός με το να θυμάται χαίρεται.
[ο τρελός συχνά γελάει μόνος του]
(Λέγεται σε περίπτωση ανεξήγητης θυμηδίας κάποιου και μάλιστα σε περίσταση που δεν είναι αστεία.)

  1.  
Ου λουλός στουν ανιήφουρου γιά θα τρώει γιά θα τραγ’δάει.
Ο τρελός στον ανήφορο ή θα τρώει ή θα τραγουδάει.
[λουλός = λωλός, τρελός
Το να τρώει κανένας ή να τραγουδάει ενώ ανεβαίνει στον ανήφορο είναι δύσκολη υπόθεση]
(Λέγεται όταν κάποιος ενεργεί αστόχαστα.)

  1.  
Ου σηρέτ’ς θέλι’ ανάμ’σ’ σηρέτ’.
Ο σερέτης θέλει ενάμιση σερέτη.
[σερέτης = δύστροπος, στριμμένος < τουρκ. irret]
(Ο δύστροπος χρειάζεται να του φερθείς περισσότερο δύστροπα για να καταλάβει.)
Παρόμοιο με το «Του γαϊδούρ’ θέλι’ ανάμ’σ’ γαϊδούρ’.»

  1.  
Ου τηληυταίους γιά καλόμοιρους γιά κακόμοιρους
Ο τελευταίος ή καλόμοιρος ή κακόμοιρος
(Λέγεται γι’ αυτόν που παίρνει τελευταίος σε κάποια μοιρασιά, γιατί το τελευταίο μερίδιο μπορεί να είναι μικρότερο αλλά μπορεί να είναι και μεγαλύτερο από τα προηγούμενα)

  1.  
Ου τρηλός μη d’τρηλάρα τ’ γιημίζ’ τη gιλάρα τ’.
Ο τρελός με την τρελάρα του γεμίζει την κοιλάρα του.
[Ένας τρελός αντιμετωπίζεται συχνά με επιείκεια και συγκατάβαση από τους άλλους οι οποίοι του κάνουν και τα χατίρια...]
(Λέγεται για κάποιους «πουλάνε τρέλα» και καταφέρνουν να «βολεύονται» γενικώς.)

  1.  
Π’λάς τουν ήλιιου κι αγουράζ’ς του φηgάρ’.
Πουλάς τον ήλιο και αγοράζεις το φεγγάρι.
(Λέγεται όταν, χωρίς λόγο, δεν εκμεταλλευόμαστε το φως της μέρας και κάνουμε τις εργασίες μας τη νύχτα.)

  1.  
Παπά πηδί, Δγιαόλ’ αgόνι’.
Παπά παιδί, Διαβόλου εγγόνι.
(χαρακτηρισμός κάποιου που έχει πατέρα παπά, αλλά οι πράξεις του είναι αντίθετες από εκείνες που θα έκανε ή θα ενέκρινε ένας παπάς.)

  1.  
Πάρη άθρουπου απ’ αθρώπ’ κιη σκιύλου απού μάdρα.
Πάρε άνθρωπο από ανθρώπους και σκύλο από μαντρα.
[άθρουπους απ’ αθρώπ’ = άνθρωπος από καλή οικογένεια
σκιύλους απού μά
dρα = σκύλος εκπαιδευμένος (όχι αδέσποτος)]
(Το καλό περιβάλλον επηρεάζει ευμενώς το «ποιόν», τον χαρακτήρα.)

  1.  
Πητ’νουχώρ’ση του πηδί.
Πετεινοχώρισε το παιδί.
ητ’νουχουρίζου (για κοτόπουλο) = φτάνω σε ηλικία που ξεχωρίζω αν είμαι κόκορας ή κότα]
(Εκτός από την κυριολεξία, λέγεται και για τα παιδιά όταν μπαίνουν στην εφηβική ηλικία)

  1.  
Πχιάνι’ π’λιιά στουν αέρα.
Πιάνει πουλιά στον αέρα.
(Λέγεται για πολύ έξυπνο άνθρωπο)

  1.  
Πίτα b’ δέ dρώς τί ση μέλι’ κιι ά gαεί.
Πίτα από την οποία δεν τρως, τί σε μέλει και αν καεί;
[b’ δέ dρώς < π’ δέ ντρώς < που δεν τρως]
gαεί < ά νgαεί < αν καεί»]
(Δηλώνει την πλήρη αδιαφορία για θέματα που δεν αφορούν το στενό προσωπικό συμφέρον)

  1.  
Πλιηγιή τ’ φαραώ!
 (Βλέπε και: Μή μη πληγάζ’ς!)
Πληγή του φαραώ!
[Ο θεός των Ισραηλιτών τιμώρησε τον φαραώ της Αιγύπτου και τον λαό του (επειδή αρνήθηκε να αφήσει τους Ισραηλίτες να φύγουν από την Αίγυπτο) με 10 μεγάλες συμφορές, που αναφέρονται στην Παλ. Διαθήκη ως «πληγές»]
(Αποκαλούνταν έτσι, κάποιος που ενοχλούσε επίμονα – συχνά ένα παιδί που ατακτούσε ή έκανε ζημιές)

  1.  
Πρώτα φεύγι’ η ψ’χιή κιη μητά του χούι.
Πρώτα φεύγει η ψυχή και μετά το χούι.
[χούι = (κυρίως κακή) συνήθεια]
(Λέγεται για συνήθειες που είναι πολύ βαθειά ριζωμένες και δύσκολα ξεριζώνονται.)

  1.  
Σάββατου κουdά γιιουρτή, δώ κουdά είνη η Κιυργιακιή.
Σάββατο κοντά γιορτή, εδώ κοντά είναι και η Κυριακή.
[Όταν φτάσει το Σάββατο έφτασε και η Κυριακή]
(Λέγεται σε κάποιον που δεν έχει καλή γνώση ή επίδοση σε κάτι που το έχει ακούσει ή δει πολλές φορές και θα έπρεπε να το ξέρει·
ίδιο νόημα με την παροιμία «Ήρθη ου Τέταρτους πάει ου βδόμαδους.»)

  1.  
Σαράdα χρόνιια στου Μ’σίρ κιη στραγάλιια δέν έφαης.
Σαράντα χρόνια στην Αίγυπτο και στραγάλια δεν έφαγες.
[Μ’σίρ = Μισίρ (< τουρκ. Misir) = Αίγυπτος, χώρα με σημαντική παραγωγή ρεβυθιών, από τα οποία παρασκευάζονται τα στραγάλια]
(Λέγεται σε κάποιον που δεν έχει καλή γνώση ή επίδοση σε κάτι που το έχει ακούσει ή δει πολλές φορές και θα έπρεπε να το ξέρει.)

  1.  
Σκότουνη τρηλιοί πλιήρουνη τζηρημέδης.
Σκότωνε τρελούς πλήρωνε τζερεμέ­δες.
[τζερεμές = άδικη ζημιά]
(Βάζοντάς τα με κάποιον που δεν πολυεκτιμάς ενδέχεται να ζημιωθείς εσύ περισσότερο.)

  1.  
Σόι πάει του βασίλειου.
Σόι πάει το βασίλειο.
[η βασιλεία είναι κληρονομική]
(Λέγεται σε κάποιον που μοιάζει, πράττει ή συμπεριφέρεται σαν κάποιον από τους γονείς ή προγόνους του.
Είναι ανάλογη της ρήσης «Το μήλο κάτω απ’ τη μηλιά»)

  1.  
Στου gαταραμένου τόπου του Μάη μήνα βρέχι’.
Στον καταραμένο τόπο τον Μάη μήνα βρέχει.
(Τον Μάιο οι βροχές κάνουν ζημιές στην αγροτική παραγωγή· γι’ αυτό και δεν είναι επιθυμητές.)

  1.  
Στουλιίστ’κιη η νιύφ’κι απόμ’νη.
Στολίστηκε η νύφη κι απόμεινε.
(Λέγεται όταν κάνουμε μεγάλη προετοιμασία για κάποιο αναμενόμενο γεγονός, το οποίο όμως, τελικά, δεν συμβαίνει.)

  1.  
Στου καλάθ’ δέ χουράει κιη στου γαλιίκι’ πηρ’σεύ’.
Στο καλάθι δεν χωράει και στο κοφίνι περισσεύει.
[καλάθ’ = καλάθι (από καλάμια)
γαλιίκι’ = γαλίκι = κοφίνι (από καλάμια) μεγαλύτερο από καλάθι και μικρότερο από κοφίνι
πηρ’σεύ’ου = περισσεύω]
(Λέγεται για κάτι που δεν μπορείς να το βολέψεις με τίποτε. Προσπαθώντας να το χειριστείς με κάποιον τρόπο πετυχαίνεις το αντίθετο.)

  1.  
Στου b’γάδ’ κατούρ’σα;
Στο πηγάδι κατούρησα;
[b’γάδ’ (< π’γάδ’ < πηγάδι) = πηγάδι
κατούρ’σα = κατούρησα]
[Είναι έγκλημα το να κατουρήσει κάποιος στο πηγάδι γιατί αχρηστεύει όλο το νερό του πηγαδιού]
(Λέγεται από κάποιον που παραπονιέται ότι είναι αδικημένος, λες και κατούρησε μέσα στο πηγάδι και τον τιμωρούν.)

  1.  
Στου στρημμάτ’ζμα σ’ είχαμη;
Στο στρεμμάτισμα σε είχαμε;
[στρημμάτ’ζμα = βαθύ σκάψιμο χωραφιού το καλοκαίρι για να φυτευτεί αμπέλι τον χειμώνα, εργασία ιδιαίτερα κουραστική που χρειάζεται να έχει «φάει καλά» ο εργάτης]
(Λέγεται σε κάποιον που τρώει με βουλιμία.)

  1.  
Σφάξη μη πασά μ’ ν’ αγιιάσου.
Σφάξε με πασά μου να αγιάσω.
[< αγιάζω = ανακηρύσσομαι άγιος]
(Για κάποιον που δέχεται ένα μαρτύριο ή μια ταπείνωση με μόνο σκοπό τη δόξα.)

  1.  
Σώπα συ Καλέμηνα να πει η Κατσουρίνηνα!
Σώπα εσύ Καλέμαινα, να πει η Κατσουρίναινα!
[Καλέμηνα: κάποια γυναίκα, πιθανότατα σύζυγος ή κόρη κάποιου με το όνομα «Καλέμης»
Κατσουρίνηνα: σύζυγος ή κόρη κάποιου με το όνομα «Κατσουρίνης»]
(Λεγόταν στην περίπτωση που κάποιος διέκοπτε κάποιον που μιλούσε ασταμάτητα για να μπορέσει να μιλήσει και ο άλλος.)

  1.  
Τ’ αgιειά γιινιήκαν θυμνιατά
κιη τα σκατά λιιβάνιι
κι’ τουν απαθρώπουν τα πηδγιά
γιινιήκαν καπητάνιιοι.
Τ’ αγγειά γινήκαν θυμιατά
και τα σκατά λιβάνι
και των απανθρώπων τα παιδιά
γινήκαν καπετάνιοι.
[απάθρουπους (< απάνθρωπος) = ανυπόληπτος/τιποτένιος άνθρωπος]
(Λέγεται για άχρηστους και ανυπόληπτους ανθρώπους, ή γόνους ανυπόληπτων ανθρώπων, που κατάφεραν να βρεθούν σε υψηλές θέσεις, από τις οποίες περιστάνουν τους τέλειους κάνοντας μάθημα στους πολλούς.)

  1.  
Τα άγρια χουρτάργια είνη πηδγιά τζ γης, τα ήμηρα προυγόνιια.
Τα άγρια χόρτα είναι παιδιά της γης, ενώ τα ήμερα είναι προγόνια της.
ουρτάρ’ = χόρτο
προυγόνι’ = προγόνι, παιδί από προηγούμενο γάμο του/της συζύγου]
(Λέγεται για να τονίσει την ευκολία με την οποία αναπτύσσονται τα βότανα και γενικά τα άγρια φυτά, σε αντίθεση με τα ήμερα, που χρειάζονται προστασία και φροντίδα κατά την καλλιέργειά τους.)

  1.  
Τα μηταξουτά βρακιιά θέλ’νηb’δέξα σκέλιια.
Τα μεταξωτά βρακιά θέλουν επιδέξια σκέλια.
(Τα δύσκολα και σοβαρά εγχειρή­ματα χρειάζονται και ανάλογα προσόντα.)

  1.  
Τα πισ’νά ξουράφχια κόβ’νη.
Τα πίσω–πίσω (= τα τελευταία) ξυράφια κόβουν.
[< Όταν ξυρίζεται κανένας, στο τελευταίο «χέρι» του ξυρίσματος, που μπορεί να είναι και «κόντρα», ενδέχεται να κοπεί.]
(Από το τελικό αποτέλεσμα κρίνεται μια ενέργεια. Το αρχαίο: Πρὸς τὸ τελευταῖον ἐκβὰν ἓκαστον τῶν πρὶν ὑπαρξάντων κρίνεται).

  1.  
Τα στραβά ψουμνιά τς στραβής π’νακουτής
Τα στραβά ψωμιά της στραβής πινακωτής.
ουμί, ψουμνιά = ψωμί, ψωμιά
π’νακουτή = πινακωτή
Πράγματι, αν είναι στραβή η πινακωτή τότε και τα ψωμιά που θα φουσκώσουν στις θήκες της θα είναι στραβά.]
(Λέγεται ειρωνικά σε κάποιον ο οποίος αποδίδει κάτι που δεν πήγε καλά από δικό του σφάλμα στα χρησιμοποιούμενα μέσα.)

  1.  
Τζ dηbέλας η κλουστή είνη μνιά ουργιιά κιη μ’σή.
Της τεμπέλας η κλωστή είναι μια οργιά και μισή.
(Αυτός που δεν κάνει με προθυμία κάτι, προσπαθεί να αποφύγει τον κόπο επινοώντας διάφορους τρόπους που ενδέχεται να απαιτήσουν περισσότερο κόπο, όπως δηλαδή στο ράψιμο, χρησιμοποιώντας κλωστή με μήκος μεγαλύτερο από το κανονικό που μπορεί να χειριστεί, η «τεμπέλα» ράφτρα αντιμετωπίζει προβλήματα – π.χ. μπέρδεμα της κλωστής – που μπορεί τελικά να κάνουν τη «βαρετή» δουλειά να διαρκέσει πολύ περισσότερο.)

  1.  
Τί κάθηση σα d’ν απουζ’μώτρα;
Τι κάθεσαι σαν την αποζυμώτρα;
[απουζ’μώνου = αποζυμώνω = τελειώνω το ζύμωμα
απουζ’μώτρα (αποζυμώτρα) = γυναίκα που μόλις έχει αποζυμώσει (έχει τελειώσει το ζύμωμα του ψωμιού της εβδομάδας για όλη την οικογένεια) και κάθεται αποκαμωμένη από την κούραση)]
(Λέγεται σε κάποιον που κάθεται αδρανής και παρακολουθεί κάτι που γίνεται, χωρίς να συμμετέχει για να βοηθήσει).

  1.  
Τί πητάγιηση σα d’ ατσίb’του κκιί;
Τί πετάγεσαι σαν το ατσίμπητο κουκί;
[τζ’bάου (< τσιμπάω) τα κκιιά = κόβω (με μαχαίρι ή με τα δόντια μου) το φύτρο από τα ξερά κουκιά, ώστε να μην περιέχουν μέσα τους κλεισμένο αέρα, ο οποίος από τη θέρμανση κατά το βράσιμο αν δεν βρεί έξοδο να διαφύγει θα κάνει τα κουκιά να «σκάσουν» μέσα στην κατσαρόλα ή και να πετάγονται έξω από αυτήν!]
(Λεγόταν συνήθως, με επιτιμητικό ύφος, στα μικρά παιδιά όταν αυτά «χώνονταν» σε συζητήσεις των μεγάλων.
Ανάλογη είναι και η φράση: Μή φυτρώνι’ς κιεί
b’ δέ ση σπέρν’νη!)

  1.  
Τν έκανη αρμένικιια (βίζιτα).
Την έκανε αρμένικη (βίζιτα)
(έκανε πολύωρη επίσκεψη)

  1.  
Τνη πάdρηψα τη στάμνα.
Την πάντρεψα τη στάμνα (= την έσπασα τη στάμνα)
[Μεταφορική χρήση το ρήματος «παντρεύω» και του ρήματος «σπάζω» = ξεπαρθενεύω, διακορεύω (μετοχή: «σπασμένη»):
γυναίκα παντρεμένη = γυναίκα «σπασμένη»
στάμνα σπασμένη = στάμνα «παντρεμένη»]

  1.  
Τό ’δηση ψ’λό κόbου στου μαdίλι’ ή
Του κουbόδηση.
Τό ’δεσε ψιλό κόμπο στο μαντίλι ή Το κομπόδεσε.
[κόbους = κόμπος. Εδώ κόμπος που έδενε κάποιος στο μαντίλι του για να μην ξεχάσει κάτι.
κουbουδένου = κομποδένω (< κόμπος + δένω), θεωρώ κάτι ως δεδομένο, αληθινό ή σίγουρο]
(Λέγεται σε περίπτωση που κάποιος εκλαμβάνει κάποια κουβέντα ή υπόσχεση «τοις μετρητοίς» και κάθε τόσο την θυμίζει.)

  1.  
Τό ’χι’ η κούτρα τ’ να κατηβάζ’ ψείρης.
Τό ’χει η κούτρα του να κατεβάζει ψείρες.
[κούτρα (< λατ. scutra) = μέτωπο, κεφάλι]
(Λέγεται για κάποιον που έχει κακό χαρακτήρα και επομένως η κακή συμπεριφορά του είναι αναμενόμενη ή για κάποιον που είναι άτυχος ή του συμβαίνουν συνεχώς αναποδιές.)

  1.  
Τού ’πανη να χιέσ’ κι αυτός ξηκουλιιάστ’κιη.
Του είπαν να χέσει κι αυτός «ξεκωλιάστηκε».
(Λέγεται όταν, από υπερβάλλοντα ζήλο, προβαίνει κανένας σε ενέργειες που ξεπερνούν τα σχετικά όρια.)

  1.  
Του γαϊδούρ’ θέλι’ ανάμ’σ’ γαϊδούρ’.
Το γαϊδούρι θέλει ενάμισι γαϊδούρι.
[γαϊδούρι = αγενής, κακότροπος]
(Ο κακότροπος χρειάζεται να του φερθείς περισσότερο κακότροπα για να καταλάβει.)
Παρόμοιο με το «Ου σηρέτ’ς θέλι’ ανάμ’σ’ σηρέτ’.»

  1.  
Του κακό ξίδ’ τ’ αgιειό τ’ χαλάει.
Το κακό ξίδι το αγγείο του χαλάει.
gιειό (< αγγείο): δοχείο
Το ξίδι, ως οξύ, διαβρώνει το δοχείο στο οποίο έχει τοποθετηθεί.]
(Λέγεται για κακούς ανθρώπους που εκδηλώνουν παντοιοτρόπως την κακία τους προς τους άλλους, ότι τελικά κάνουν κακό στον εαυτό τους κατακλυζόμενοι συνεχώς από κακά συναισθήματα.)

  1.  
Του καλό σύκου του τρώνη οι κουρούνης.
Το καλό σύκο το τρώνε οι κουρούνες.
[κουρούνα: κορώνη, πουλί που ανήκει στην ίδια οικογένεια με το κοράκι]
(Λέγεται όταν κάτι καλό δεν έχει την τύχη που του αξίζει ή για καλόν άνθρωπο που κάποιοι επιτήδειοι τον εκμεταλλεύτηκαν.)

  1.  
Του καλό ψάρ’ ή τς ουκάς ή τς π’κουσάς.
Το καλό ψάρι είναι ή της οκάς ή της μπουκιάς.
[b’κώνου = μπουκώνω > μπουκω­σιά > b’κουσά > π’κουσά = μπουκιά]
(Καλά/νόστιμα ψάρια είναι τα πολύ μικρά ή τα πολύ μεγάλα και όχι τα ενδιάμεσου μεγέθους.)

  1.  
Τυραγνιιέτη σα dουν αβάφτ’στου.
Τυραννιέται σαν τον αβάφτιστο.
[Υπήρχε η δοξασία ότι κάποιος που πέθαινε αβάφτιστος, πήγαινε στην κόλαση, όπου τον ανάγκαζαν να κουβαλάει νερό με ένα ελιόφυλλο για να γεμίσει την κολυμπήθρα του γα να βαφτιστεί]
(Λέγεται για κάποιον που περνάει συνεχείς και μεγάλες ταλαιπωρίες στη ζωή του.)

  1.  
Φρίντζει dε φρίντζει τομ bαρά μου έδωκα.
Αφρίζει δεν αφρίζει τον παρά μου έδωσα.
[< Φράση που είχε πει κάποιος ξένος ονόματι Σολομόν – όχι και τόσο έξυπνος – ο οποίος είχε έρθει και έμενε στον Παγώνδα της Σάμου. Μια μέρα αγόρασε τυρί από κάποιο παντοπώλη, αλλά αυτός του έδωσε – για πλάκα – σαπούνι. Έτριψε, λοιπόν, το σαπούνι στα μακαρόνια και όπως έτρωγε, το σαπούνι άφριζε στα χείλια του. Με τη φράση αυτή απάντησε στην παρατήρηση που του έκαναν: «Σολομόν, αυτό το τυρί αφρίζει!».]
(Λέγεται όταν κάποιος ξόδεψε χρήματα για κάποιο αντικείμενο και αυτό του προέκυψε ελαττωματικό, ή όχι όπως το ήθελε, αλλά αυτός «συμβιβάζεται» και το χρησιμο­ποιεί έστω και έτσι)

  1.  
Χιέρι μ’ ’νιεί ’δάρι μ’ ’νιεί, ούλα μανά μ’ ’νούνη.
Το χέρι μου πονεί, το πόδι μου πονεί, όλα, μάνα μου, πονούνε.
[< έτσι είχε εκφραστεί κάποτε κάποιο μικρό παιδί στη μαμά του]
(Λέγεται στην περίπτωση που κάποιος παραπονιέται ότι πονάει σε παραπάνω από ένα σημεία του σώματός του ή του έχουν τύχει ταυτόχρονα παραπάνω από μία «συμφορές».)

  1.  
Ώρα να σέ βρ’ Νίκαdρη
κιη να π’λάς κρημμύδγια
κιη να τα παίρνι’ς τέσσηρα
κιη να τα δίνι’ς τρία.
Ώρα να σέ βρει Νίκανδρε και να πουλάς κρεμμύδια και να τα παίρνεις τέσσερα και να τα δίνεις τρία.
[παίρνι’ς = παίρνεις = αγοράζεις
δίνι’ς = δίνεις = πουλάς]
(Λέγεται για κάποιον που δεν ξέρει τι του γίνεται, που κάνει ανοησίες.)

  1.  
Ώσπου ν’ απουθηρίσουμη
Βασίλι’ κιη κυρ Βασίλι’·
κιη σαν απουθηρίσαμη
πού σ’ είδα βρε κασίδ’;
Ώσπου ν’ αποθερίσουμε Βασίλη και κυρ Βασίλη· και σαν αποθερίσαμε πού σ’ είδα βρε κασίδη;
[απουθηρίζου = αποθερίζω, τελειώ­νω τον θερισμό
κασίδ’ς = κασίδης, που πάσχει από κασίδα (στο τριχωτό της κεφαλής και έχει τριχόπτωση)]
(Λέγεται για αυτούς που εκμεταλλεύονται κάποιον για όσο χρόνο τον χρειάζονται και ύστερα αγνοούν και την ύπαρξή του ή τον αποφεύγουν.)


–––––––––––––––––––––––
1) Αγγελική Γ. Ζούρα-Τσαμπαλά (1886–1965)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου